Με ιδιαίτερη επιτυχία ολοκληρώθηκαν οι εργασίες της Γενικής Συνέλευσης της Κεντρικής Ένωσης Επιμελητηρίων Ελλάδος (ΚΕΕΕ), η οποία πραγματοποιήθηκε στο Λασίθι της Κρήτης, συγκεντρώνοντας εκπροσώπους από περίπου 50 Επιμελητήρια της χώρας. Στο κορυφαίο θεσμικό φόρουμ της επιμελητηριακής κοινότητας συζητήθηκαν οι προκλήσεις και οι προοπτικές της ελληνικής επιχειρηματικότητας, ενώ διαμορφώθηκαν προτάσεις για τη στήριξη των επιχειρήσεων και τον σχεδιασμό της επόμενης ημέρας της ελληνικής οικονομίας.

Στη Γενική Συνέλευση συμμετείχε ο Πρόεδρος του Επιμελητηρίου Κορινθίας, κ. Παναγιώτης Λουζιώτης, ο οποίος διαδραματίζει ιδιαίτερα σημαντικό θεσμικό ρόλο ως Οικονομικός Επόπτης της ΚΕΕΕ, ενώ παράλληλα είναι Πρόεδρος του Περιφερειακού Επιμελητηριακού Συμβουλίου Πελοποννήσου (ΠΕΣΠ).
Η παρουσία του κ. Λουζιώτη επιβεβαίωσε τη σταθερή και ενεργή συμμετοχή του Επιμελητηρίου Κορινθίας στα κορυφαία θεσμικά όργανα της χώρας, συμβάλλοντας ουσιαστικά στη διαμόρφωση πολιτικών και προτάσεων που αφορούν το σύνολο της ελληνικής επιχειρηματικής κοινότητας και ιδιαίτερα τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Κατά τη διάρκεια των εργασιών αναδείχθηκαν σημαντικά ζητήματα που αφορούν τον εκσυγχρονισμό του επιμελητηριακού θεσμού, τις εξελίξεις στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (ΓΕΜΗ), την ανάπτυξη των Επιχειρηματικών Πάρκων, την ενίσχυση της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας, καθώς και τη διαμόρφωση ενός νέου αναπτυξιακού μοντέλου που θα στηρίζει τη βιώσιμη ανάπτυξη, την καινοτομία, την εξωστρέφεια και την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών επιχειρήσεων.Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε επίσης στον πρωτογενή τομέα, τη διατροφή, τη γαστρονομία και τον τουρισμό, με στόχο την ενίσχυση της διασύνδεσης παραγωγής, μεταποίησης και τουριστικού προϊόντος, ως βασικών πυλώνων της περιφερειακής ανάπτυξης.
Η συμμετοχή του Προέδρου του Επιμελητηρίου Κορινθίας υπογραμμίζει τον ενεργό ρόλο του Επιμελητηρίου τόσο σε περιφερειακό όσο και σε εθνικό επίπεδο, ενισχύοντας τη φωνή της κορινθιακής επιχειρηματικότητας και συμβάλλοντας ουσιαστικά στη διαμόρφωση πολιτικών που στηρίζουν την ανάπτυξη, την ανταγωνιστικότητα και τη βιώσιμη προοπτική της ελληνικής οικονομίας.